Contionary:αγκρούντατι

From Linguifex
Revision as of 13:16, 2 August 2025 by Dillon (talk | contribs) (Created page with "==Oltic== ===Etymology=== {{lyti-loan|ro|încrunta}} ===Pronunciation=== * {{IPA all|lyti|[ɐᵑgrúⁿdɐti]}} ===Verb=== {{lyti-v||ангрундати}} # to frown, to scowl #: {{ux|lyti||}} {{lyti-table-v2|αγκρούντ}}")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Romanian încrunta

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Verb

αγκρούντατι (ankroúntati) (Cyrillic spelling ангрундати)

  1. to frown, to scowl
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
αγκρούντατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres αγκρούντα αγκρούντασι αγκρούντατι αγκρούντομου αγκρούντατε αγκρούντοντι αγκρούντοντος αγκρούντϝος
pst.pfv αγκρούνττου αγκρούνττες αγκρούνττ αγκρούνττομου αγκρούνττετε αγκρούνττον αγκρούντομνος
pst.ipfv αγκρούντανεν αγκρούντιτου αγκρούντα αγκρούνταμες αγκρούντατες αγκρούνταντες
fut.pfv αγκρούντην αγκρούντησι αγκρούντητι αγκρούντημες αγκρούντητε αγκρούντηντι
fut.ipfv αγκρούντητεν αγκρούντητεσι αγκρούντητετι αγκρούντητεμες αγκρούντητετε αγκρούντητεντι
mid pres αγκρούντου αγκρούντατα αγκρούντατο αγκρούντομο αγκρούνταϝε αγκρούντοντο αγκρούντατιος
pst.pfv αγκρούνττο αγκρούνττουνς αγκρούνττος αγκρούνττουος
pst.ipfv αγκρούντατει αγκρούνταντις αγκρούντζος
fut.pfv αγκρούντη αγκρούντητα αγκρούντητο αγκρούντημο αγκρούντηϝε αγκρούντηντο
fut.ipfv αγκρούντητε αγκρούντητετα αγκρούντητετο αγκρούντητεμο αγκρούντητεϝε αγκρούντητεντο
imp act αγκρούντι αγκρούντατις
mid αγκρούντατα αγκρούνταϝε